«Ανάσα από πηλό» μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή

"Ανάσα από πηλό" μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή
«Ανάσα από πηλό» μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή

Κριτικές για το βιβλίο ως κάτωθι :

Ανάσα από πηλό, μυθιστόρημα, Γιώργος Δουατζής, εκδόσεις Πάπυρος 2015 (από το Vakxikon.gr), του Απόστολου Μπενάτση, τ.καθηγητή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Κάθε φορά που κυκλοφορεί ένα καινούριο βιβλίο του Γιώργου Δουατζή, είτε ποίηση είτε μυθιστόρημα, αποτελεί για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Το ίδιο ισχύει και για το μυθιστόρημά του Ανάσα από πηλό, το οποίο αποτελεί μια νέα πρόταση στο χώρο του μυθιστορήματος.

Διαβάζοντας κανείς το νέο έργο του Γιώργου Δουατζή Ανάσα από πηλό βρίσκεται μπροστά σε χαρακτηριστικές αντιθέσεις. Η ζωή και ο θάνατος, η πληρότητα και η στέρηση, τα πάθη και η υπέρβασή τους αποτελούν μερικές απ’ αυτές. Ασφαλώς όλα αυτά αποτελούν ένα εύφορο έδαφος για να ασχοληθεί ένας σημειωτικός.

Στην αρχική σκηνή περιγράφεται ο θάνατος του πατέρα του Κώστα Μοίρα, πρωταγωνιστή του έργου. Πρόκειται ασφαλώς για μια μετάβαση από την οικογενειακή πληρότητα στην συναισθηματική στέρηση. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί και μια διαδικασία μύησης στη ζωή και ένταξης του ήρωα στον κόσμο των μεγάλων. Μέσα από υπόγειες συζεύξεις και συναρτήσεις ο θάνατος υπερβαίνεται και η προσωπική πληρότητα καθιστούν τον Μοίρα ικανό να συνεχίσει τη ζωή του. Πρόκειται θα λέγαμε για μια δοκιμασία χαρακτηρισμού, όπου ο ήρωας αναδεικνύεται ικανός να αντιμετωπίσει τις μεταγενέστερες προκλήσεις της ζωής.

Από την άλλη μεριά προβάλλει ένα πλήθος οπτικών που φωτίζουν από διαφορετικές γωνίες τα δρώντα πρόσωπα του κειμένου. Αν προσέξουμε την Ελένη θα διαπιστώσουμε τους πολλαπλούς της μετασχηματισμούς. Αρχικά είναι η κόρη του Καρτάλου που βρίσκεται κάτω από μια οικογενειακή πίεση. Στη συνέχεια θα μεταβληθεί σε μια εξαιρετική σύντροφο του ήρωα που με την δράση της τον αναδεικνύει σε εξέχουσα καλλιτεχνική μορφή στο χώρο των πλαστικών τεχνών. Στο τέλος, όμως, θα εμφανιστεί ως ένα πλάσμα που κινδυνεύει και χρειάζεται τη συμπαράσταση του Μοίρα για να υπερβεί τον κίνδυνο του θανάτου. Απ’ αυτή την άποψη οι μετασχηματισμοί θα θεωρηθούν ως δρόμοι που οδηγούν από τη μια κατάσταση στην άλλη και συντελούν και στον μετασχηματισμό της ψυχικής διάθεσης του αναγνώστη, ο οποίος βλέπει τα γεγονότα κάθε φορά, από άλλη σκοπιά. Υπάρχει ακόμη στο κείμενο ένας θυμικός μετασχηματισμός που προκαλείται από τη σύγκρουση του πατέρα της Ελένης με τη μητέρα της. Σ’ αυτή τη φάση της ακολουθίας πάθους οι ήρωες δεν έχουν τίποτε να ανταλλάξουν παρά σημεία σκληρότητας και αδιαφορίας καθώς και θυμικές χειραγωγήσεις.

Σπουδαία είναι και η χρήση του χρόνου. Ο χρόνος κινείται μπρος-πίσω συνδέοντας το παρόν και το παρελθόν των ηρώων και επιτρέπει στο συγγραφέα να τονίζει τα γεγονότα που θεωρεί σημαντικά. Ο τρόπος αυτός γραφής καθιστά το κείμενο εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Σκόπιμο είναι να τονιστεί η λειτουργία της τυχαιότητας σ΄ αυτό το έργο. Ο Δουατζής αναδεικνύει σε βασικό στοιχείο της μυθιστορίας του την αρκετά πρόσφατη ιδέα της τυχαιότητας, σε αντίθεση με το παλιότερο μυθιστόρημα όπου τα γεγονότα είχαν μια συνεχή διαδοχή, όπου το ένα πυροδοτούσε το άλλο. Η αποκοπή του από αυτή την τάση και η αποδοχή μιας καταιγιστικής τυχαιότητας, όπως είναι ο σεισμός, έχει άμεση σχέση με τη διαδικασία διαφοροποίησης των ηρώων, που έχουν πια να αντιμετωπίσουν καινούργιες καταστάσεις και να τις υπερβούν και κυρίως να περάσουν από τον κίνδυνο του θανάτου σε μια νέα ολοκληρωμένη ζωή με την απόκτηση ενός παιδιού.

Θα θέλαμε, τέλος, να μείνουμε σε τρία δρώντα πρόσωπα που είναι φίλοι του πρωταγωνιστή, συμμετέχουν στη δράση και κυρίως σχολιάζουν τα γεγονότα και μιλούν για σύγχρονες καταστάσεις. Λειτουργούν θα λέγαμε ως ο χορός της αρχαίας τραγωδίας που ως θεατής παρακολουθεί το «θέαμα» και ερμηνεύει τη σημασία του, είτε για δικό του λογαριασμό είτε, συχνότερα, για το αναγνωστικό κοινό. 0 λόγος τους μπορεί να αναλυθεί ως λόγος της πειθούς, ο οποίος σκοπό έχει να καταστήσει τους ήρωες ενεργούς, αλλά και να κάνει το κοινό να αποκτήσει μια συγκεκριμένη εικόνα της δικής του ταυτότητας.

Ο Δουατζής με τη συνύπαρξη των αντιθέτων, τους συνεχείς μετασχηματισμούς των ηρώων, την εναλλαγή των οπτικών γωνιών, τη χρήση της τυχαιότητας και το συνεχές πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν, δημιουργεί ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα όπου οι ήρωες μετατρέπονται σε σύμβολα της καθημερινής εμπειρίας και της υψηλής τέχνης. Γνωρίζει πολύ καλά την ψυχολογία των ηρώων και την αναδεικνύει σε όλες τις περιπτώσεις. Η αντιπαράθεση δε ζωής-θανάτου δίνει στο κείμενο μια διάσταση αρχετυπική. Και αυτό, νομίζω, πως είναι το επίτευγμά του.
Πηγή : Γιώργος Δουατζής 27 Οκτωβρίου ·

Ο Κ.ΜΑΡΔΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΠΗΛΟ» ΣΤΟ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η δημιουργία και η καταστροφή, ο έρωτας και ο θάνατος, το παρελθόν και η λήθη, η ενοχή και η κάθαρση, τα σκοτεινά μυστικά και η αποκάλυψη, η δίψα και ο κορεσμός, η δόξα και το καταστροφικό χρήμα, το μοιραίο και το οριστικό, αναδύονται από τις σελίδες του νέου μυθιστορήματος του Γιώργου Δουατζή “Ανάσα από πηλό” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πάπυρος, με προμετωπίδα το προκλητικό ρηθέν του Μισέλ Φουκώ “Όποιος έχει πεποιθήσεις είναι ηλίθιος”.

Ο γνωστός δημοσιογράφος, ποιητής και συγγραφέας, συνεχίζει την πορεία του στα γράμματα με το εικοστό δεύτερο βιβλίο του, που είναι μια απολαυστική ιστορία για το προαιώνιο θέμα της σχέσης ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, για τα οικογενειακά βιώματα, για τη δύναμη της τέχνης, για τον ανταγωνιστικό χώρο των εικαστικών, για τη δύναμη της φιλίας, για τις εκρηκτικές δυνάμεις που κρύβονται στις ψυχές των ανθρώπων.

Ο γλύπτης Κώστας Μοίρας εργάζεται στην αφάνεια αποφεύγοντας κάθε επαφή με τον κόσμο της αγοράς της τέχνης, παραμένοντας πιστός σε αξίες και ιδανικά . Η Ελένη, μια νέα γυναίκα , ιστορικός της τέχνης, ζει φορτωμένη με ένα βαρύ οικογενειακό παρελθόν. Τους ενώνει ο έρωτας για την τέχνη και τη ζωή, αλλά τους χωρίζουν καταστάσεις.

Ο συγγραφέας αρχίζει με τον πενηντάχρονο ήρωά του να ανοίγει ένα πολυκαιρισμένο μπλόκ και να διαβάζει όσα είχε γράψει χρόνια πριν για το θάνατο του όμορφου, σκληρού, αγαπημένου του πατέρα, που πέθανε μόλις στα τριάντα ένα χρόνια του…

“Ε, λοιπόν, εγώ στο σπίτι δεν έκλαψα. Το έκαναν όμως για λογαριασμό μου, σαν παράσταση σε αρχαίο δράμα, οι μοιρολάτρες του νησιού, διατηρώντας τα έθιμα κατά βάρβαρο τρόπο, στα παιδικά μου μάτια. Η μάνα μου έσπευσε να αλλάξει ρούχα, μαύρα έβαλε βεβαίως, ίσως για να μη διανοηθεί κάποιος ότι δεν πενθεί. Δεν έκλαψα λοιπόν, λες και γνώριζα ότι θα είχα όλον τον καιρό, όλες τις αιτίες να κλάψω, χρόνια αργότερα, για πολλές ακόμα απώλειες, για πολλές ακόμα συμφορές. Αλλά, προπάντων, εγώ ήμουν πάντα εκεί για να αντέξω, να αναλάβω ευθύνες.

“Θυμάμαι τώρα, τόσα χρόνια μετά, τις λέξεις-αναγγελία: Ο πατέρας πέθανε. Θυμάμαι την αποχαιρετιστήρια εικόνα του. Θυμάμαι τα μοιρολόγια που μου έσκισαν την καρδιά. Τη βιάση να οδηγηθώ στο κρεβάτι μου για ύπνο με τη μικρότερη αδελφή μου. Το μαύρο περιβραχιόνιο που μου έβαλαν για να διαλαλώ το πένθος μου. Τις φωνές, τα κλάματα, τις αναπάντητες ερωτήσεις προς τη μάνα μου: “Τι θα κάνεις τώρα, έρμη, με δύο ορφανά;” Τα ορφανά ήμουν εγώ και η αδελφή μου. Τις μυρωδιές θυμάμαι, κεριού, λιβανιού, σαπουνιού, αφού έπρεπε να είμαστε όλοι πεντακάθαροι στην κηδεία. Των λουλουδιών τις μυρωδιές θυμάμαι. Μου τις θύμιζαν για δεκαετίες αυτές των επιταφίων. Ναι, ακόμα θυμάμαι και βουρκώνω, καμιά φορά κλαίω με λυγμούς κιόλας, λες και έχω δάκρυα χρεωστούμενα, για ποιον άραγε και πότε και γιατί, αλλά τι σημασία έχει πια; Η απώλεια δεδομένη. Η πορεία καθορισμένη. Θυμάμαι το αίσθημα αποστροφής που είχα για όσα γινόταν. Προφανώς, δεν ήθελα να παραδοθώ στη θλίψη. Το θυμάμαι καλά αυτό. “Δεν θα λυγίσω” είπα. Θα μπορώ να λέω “δεν θα λυγίσω” και αύριο;”. (…).

“Ο Κώστας Μοίρας έκλεισε το μπλοκ με κινήσεις που πρόδιδαν σεβασμό, με μεγάλη προσοχή, σαν να κρατούσε το πιο εύθραυστο, το πολυτιμότερο κρύσταλλο του κόσμου. Αναστέναξε με βαθιά εκπνοή και έβαλε το μπλοκ στο κομοδίνο. Σε περιπτώσεις που δυσκολευόταν να πάρει σημαντικές αποφάσεις ή σε στιγμές συναισθηματικής έξαρσης, το καταφύγιο του ήταν η ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος από τα χειρόγραφά του. Η ανάγνωση αυτή του γύριζε αρκετά χρόνια πίσω, τον πονούσε, αλλά του έδινε μια γλυκιά δύναμη”.

Το δεύτερο κεφάλαιο με την Ελένη:

“Ξαφνικά η γη άρχισε να τρέμει. Βουητό τρομακτικό ερχόταν από τα έγκατα της γης. Τριγμοί φοβεροί ακούγονταν, έτριξε όλο το οικοδόμημα, έτοιμο, λες, να λυγίσει. Ο σεισμός ήταν μεγάλος, με ασυνήθιστη διάρκεια και προφανώς με το επίκεντρο κοντά. Τους βρήκε στο εκθετήριο, να φωτογραφίζουν τα γλυπτά. Η Ελένη έβγαλε μια κραυγή τρόμου, έτρεξε ασυναίσθητα και κρύφτηκε στην αγκαλιά του Κώστα. Εκείνος, ψύχραιμος, την αγκάλιασε προστατευτικά και δεν κινήθηκε διόλου. Έμειναν έτσι για δευτερόλεπτα αγκαλιασμένοι στη μέση του εκθετηρίου. Ξαφνικά ο θόρυβος εντάθηκε από τη μαζική πτώση των γλυπτών στο πάτωμα. Τα έβλεπε να τρέμουν στα βάθρα τους και σε δευτερόλεπτα να πέφτουν σχεδόν ταυτόχρονα, με έναν θόρυβο που θα του έμενε στη μνήμη έως θανάτου, ως ο εφιαλτικότερος ήχος της ζωής του”. (…).

Ένα μυθιστόρημα – καταβύθιση στον ψυχισμό των ηρώων, που είναι και δικοί μας άνθρωποι.

Κώστας Μαρδάς, ΑΘΗΝΑ, ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πηγή : Γιώργος Δουατζής 22 Νοεμβρίου ·

Γιώργος Δουατζής, Ανάσα από πηλό -κριτική από την Ιφιγένεια Σιαφάκα (δημοσιευμένη τις 15/12/2015 http://staxtes.com/2003/?p=7809 )

Εκδόσεις Πάπυρος 2015

Το μυθιστόρημα του Γιώργου Δουατζή «Ανάσα από πηλό» πραγματεύεται το κλασικό θέμα της ζωής και του θανάτου, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φορά ως μοχλούς και φορείς τους το ζεύγος έρωτα-τέχνης. Ο κεντρικός ήρωας ασχολείται με τη γλυπτική, ενώ η κεντρική ηρωίδα με την ιστορία της τέχνης και την κριτική των έργων τέχνης. Τα ονόματά τους Κώστας και Ελένη σηματοδοτούν πολλαπλώς τη σχέση, τους διπλούς ρόλους που έκαστος υιοθετεί στο πλαίσιο αυτό αλλά και την «ιερότητα» του στόχου της μυθιστορηματικής τους εμπλοκής. Άξιο προσοχής είναι ότι ο Δουατζής συλλαμβάνει και χειρίζεται τα σημαίνοντα που ο ίδιος δημιουργεί σε όλο το μυθιστόρημα, χωρίς να παραλείπει να δημιουργεί κάθε φορά συνειρμούς στον αναγνώστη και να τα επανατοποθετεί σε νέο συγκείμενο: το χώμα, το νερό και η ανάσα διαχέονται νοηματικά στο βιβλίο, υποστηρίζοντας και τη δομή του, έως ότου να φθάσουμε στο τέλος κυριολεκτικά στη δυσοσμία του θανάτου, στην άπνοια αλλά και στην ανάσα της ζωής. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Πρώτη του ύλη, το απλούστερο των υλικών, ο πηλός. Χώμα και νερό. Όπως έλεγε ο Κώστας, συμβόλιζαν γι’ αυτόν τη μάνα γη, που θρέφει τους ανθρώπους, και τον ουρανό, που στέλνει με τη βροχή ζωογόνο νερό και κάνει την ανθρωπότητα να ονειρεύεται. Το σκεπτόταν συχνά αυτό όταν δούλευε και ένιωθε μια ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον πηλό, έχοντας πλήρη συναίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρχει και ο ίδιος, υλικά και πνευματικά. Ο πηλός ήταν το μέσο να επιβιώνει με τα κεραμικά του και παράλληλα να εκφράζει ως καλλιτέχνης τα βαθύτερα της ψυχής του, με τα γλυπτά του. Ο πηλός ήταν ο ίδιος ο εαυτός του».

Η αφήγηση είναι άλλοτε τριτοπρόσωπη, στο όνομα του παντογνώστη αφηγητή, και άλλοτε πρωτοπρόσωπη, είτε με τη μορφή εσωτερικού μονολόγου είτε διά μέσου στιχομυθίας στη φόρμα του θεατρικού διαλόγου. Ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει την υπόθεση όχι μόνον της δημιουργίας με πηλό αλλά και της λάσπης, όταν τα «υλικά» δεν μετουσιώνονται, όπως επίσης της «οξυγόνωσης» και της «στάχτης» των ηρώων: «Όλοι οι τοίχοι, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο εκθετήριο ήταν σκεπασμένα με σκόνη. Ο Κώστας σκέφτηκε πως αυτή η σκόνη, η σκόνη από τα δημιουργήματά του, είχε μπει στους πνεύμονες της Ελένης. Αυτή η σκόνη την έστελνε τόσο κοντά στο θάνατο», προς χρήσιν παραδείγματος.

Από την άλλη, το εύρημα του ξαφνικού σεισμού δρα δομικά στον τρόπο επεξεργασίας του χρόνου, έτσι ώστε τα συμβάντα να μην παρουσιάζονται ευθύγραμμα. Αντίθετα, δημιουργούνται δυο διαφορετικές χρονικές ακολουθίες, μία παροντική και μία παρελθοντική, όπου επιτρέπουν να αποκαλυφθούν σπονδυλωτά τόσο οι χαρακτήρες όσο και ο κόσμος που τους περιβάλλει σηματοδοτώντας την εξέλιξή τους, πάντα όμως σε σχέση με ένα ανατρεπτικό παρόν και με τις συνέπειές του. Η θέση αυτή προοικονομείται ήδη στο μότο του βιβλίου: Όποιος έχει πεποιθήσεις είναι ηλίθιος (Φουκώ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει τους ήρωες, που βαδίζουν προς την αυτογνωσία και την αποδοχή της πραγματικότητάς τους, ύστερα από πολλαπλές προδοσίες, απωθήσεις και κούφιες συγκαλύψεις της προσωπικής τους αλήθειας – «Ένα μυστικό του πηλού για να μη σκάει είναι να τον αφήνεις να στεγνώνει σιγά-σιγά. Να μένει λίγο ξεσκέπαστος, χωρίς τις βρεγμένες λινάτσες, για να αναπνέει και να στεγνώνει σταδιακά, μέχρι να μείνει όλο το έργο ξεσκέπαστο, ανοιχτό στον αέρα. Σαν κάποιος να έρχεται από έναν άλλο κόσμο και πρέπει εσύ να του μαθαίνεις να παίρνει μικρές ανάσες στην αρχή, μέχρι τελικά να προσαρμοστεί και να μπορεί να παίρνει βαθιές αναπνοές. Αυτό δεν πετύχαινε πάντοτε και λίγο-πολύ όλα τα έργα έπρεπε για σιγουριά να ψηθούν στο φούρνο», αναφέρει ο Γιώργος Δουατζής και αν ο αναγνώστης συγκρατήσει τις φράσεις αυτές, θα κατανοήσει και το τέλος του βιβλίου, που έρχεται να επιβεβαιώσει την τραγική ειρωνεία ή και τον σαρκασμό, ακόμη, αυτής της φαινομενικά αθώας πληροφορίας.

*

©Ιφιγένεια Σιαφάκα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s